σερβίτσιο

το, Ν
1. τα επιτραπέζια σκεύη που χρησιμοποιεί ο κάθε συνδαιτυμόνας σε γεύμα («βάλε τρία σερβίτσια σήμερα στο τραπέζι»)
2. πλήρες σύνολο από επιτραπέζια σκεύη (α. «σερβίτσιο τού καφέ» β. «σερβίτσιο τού τσαγιού»).
[ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. servizio (< λατ. servio «υπηρετώ»)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σερβίτσιο — το (λ. ιταλ.), σύνολο επιτραπέζιων σκευών: Σερβίτσιο του καφέ. –Ο σερβιτόρος δεν έφερε σερβίτσια για όλους μας …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • γαβάθα — και γκαβάτα, καβάτα, καβάθα, γαβάτα, η (Μ γαβάθα) ξύλινο ή πήλινο πιάτο, λεκάνη ή κούπα. [ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. γαβάθα < μσν. γαβάθα < λατ. gabatha «γαβάθα, τσανάκα». Και το λατ. gabatha και το αρχ. γαβαθόν είναι δάνεια ανατολικής προελεύσεως (πρβλ …   Dictionary of Greek

  • τακίμι — το, Ν 1. σύνολο πραγμάτων, λ.χ. σκευών ή εργαλείων, που χρησιμοποιούνται για τον ίδιο σκοπό 2. (ειδικά για πιάτα) σερβίτσιο 3. (κατ επέκτ.) ομάδα ανθρώπων που εργάζονται μαζί και κατά τις ίδιες ώρες. [ΕΤΥΜΟΛ. < τουρκ. takim] …   Dictionary of Greek

  • Σέβρες — (Sevres). Πόλη (30 000 κάτ.) της βόρειας Γαλλίας, στο νομό Ω ντε Σεν, γνωστή για τις πορσελάνες της. Η μεγαλύτερη από τις βιομηχανίες πορσελάνης της Γαλλίας δημιουργήθηκε από δύο πρώην εργάτες της Σαντιγύ, τους αδελφούς Ντυμπουά, οι οποίοι… …   Dictionary of Greek

  • κουβέρ — το (λ. γαλλ.), άκλ., σερβίτσιο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.